14 Μαρ 2012

Πτώση καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην Ευρώπη

Μειωμένη σε όλες της ευρωπαϊκές χώρες παρουσιάζεται η καταναλωτική εμπιστοσύνη, σύμφωνα με τη Nielsen, ενώ τη μεγαλύτερη ανησυχία για το μέλλον, εμφανίζει στην Ελλάδα.
Με βάση τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης της Nielsen, ο παγκόσμιος δείκτης ανέβηκε κατά μία μονάδα, φτάνοντας τις 89. Στην Ευρώπη, όμως, η Καταναλωτική Εμπιστοσύνη μειώθηκε σε 24 από τις 27 χώρες, πέφτοντας για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια στις 71 μονάδες. «Οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες στην Ευρώπη κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2011, αναζωπύρωσαν την ανασφάλεια και την απαισιοδοξία των καταναλωτών. Τα θετικά νέα έρχονται από τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, τις Η.Π.Α. και την Κίνα, οπού η καταναλωτική εμπιστοσύνη επανήλθε στα επίπεδα των αρχών του 2011», δήλωσε η Ματίνα Μπάδα, Περιφερειακή Διευθύντρια της Nielsen για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Στον δείκτη της Παγκόσμιας Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης της Nielsen, οι 100 μονάδες αποτελούν τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας. Οι γεωγραφικές περιοχές της Ασίας/Ειρηνικού, της Μέσης Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής βρίσκονται οριακά κάτω από τις 100 μονάδες, αποτελώντας τις πιο αισιόδοξες γεωγραφικές περιοχές του πλανήτη. Η Βόρεια Αμερική, βρίσκεται πιο χαμηλά με 84 μονάδες, αν και σημείωσε σημαντική αύξηση σε σχέση με το περασμένο τρίμηνο, ενώ η Ευρώπη με 71 μονάδες, συνεχίζει να είναι η  πιο απαισιόδοξη ήπειρος του πλανήτη.

Εννέα στις δέκα πιο αισιόδοξες χώρες προέρχονται από την Ασία/Ειρηνικό και Μέση Ανατολή, ενώ οκτώ στις δέκα πιο απαισιόδοξες προέρχονται από την Ευρώπη. Η Ινδία παραμένει εδώ και δύο χρόνια η πιο αισιόδοξη χώρα του πλανήτη, με την Καταναλωτική της Εμπιστοσύνη να βρίσκεται το τελευταίο τρίμηνο του 2011 στις 126 μονάδες, ενώ την ακολουθούν οι Φιλιππίνες και η Ινδονησία με 117. Στην αντίπερα όχθη, βρίσκονται αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, με προεξέχουσες την Ουγγαρία με 30 μονάδες, την Πορτογαλία με 36 μονάδες και την Ελλάδα με 41 μονάδες, στις οποίες η παρατεταμένη οικονομική ύφεση έχει επιφέρει τα υψηλότερα επίπεδα απαισιοδοξίας.

Σε ιστορικά χαμηλά ο δείκτης στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, ο δείκτης Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης σημείωσε πτώση 10 μονάδων και έπεσε ξανά στα ιστορικά χαμηλότερα επίπεδα του. «Σχεδόν ολόκληρη η Ευρώπη βρίσκεται σε ύφεση, με αρκετές χώρες, όπως η Ελλάδα, να έχουν ήδη λάβει αυστηρά μέτρα λιτότητας και την Ευρωπαϊκή Ένωση να καλείται να αντιμετωπίσει τα προβλήματα δημοσιονομικού χρέους των μελών της. Το αρνητικό οικονομικό κλίμα της Ευρώπης δημιουργεί αβεβαιότητα και ανασφάλεια τόσο στους πολίτες, όσο και στις διεθνείς αγορές», δήλωσε η Ματίνα Μπάδα.

Πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα, εννέα στους δέκα καταναλωτές θεωρούν πως η χώρα βρίσκεται σε ύφεση, ενώ εξίσου μεγάλο ποσοστό από αυτούς πιστεύει πως η κρίση θα παραταθεί και τους επόμενους μήνες που ακολουθούν. Η κατάσταση της οικονομίας αποτελεί τη μεγαλύτερη ανησυχία στην Ευρώπη, ενώ ανάμεσα στους Ευρωπαίους οι Έλληνες είναι οι πιο ανήσυχοι τόσο για την οικονομία (42%), όσο και για την εξασφάλιση ή διατήρηση της εργασίας τους (44%).

Παράλληλα, ένας στους τρεις Έλληνες, δηλώνει πως δεν του περισσεύουν καθόλου χρήματα, μετά την κάλυψη των βασικών του αναγκών. Συγχρόνως, το μεγαλύτερο ποσοστό όσων συνεχίζουν να διαθέτουν κάποια χρήματα τα χρησιμοποιεί για αποπληρωμή δανείων και πιστωτικών καρτών, με αποτέλεσμα ένα μικρό μόνο ποσοστό των διαθέσιμων χρημάτων να καταλήγει στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη που φαίνεται να ξοδεύει περισσότερο από ότι η Ελλάδα.

Σχεδόν το σύνολο των Ελλήνων (93%) αναγκάστηκε να αλλάξει τις αγοραστικές του συνήθειες εξαιτίας της συνεχιζόμενης κρίσης, με τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων να έχει μειώσει τα χρήματα που δαπανά για διασκέδαση εκτός σπιτιού (76%), για νέα ρούχα (70%), για φαγητό από έξω (67%) και για εκδρομές ή ταξίδια (60%). Εξίσου υψηλό ποσοστό, φαίνεται να στρέφεται σε φθηνότερα καταναλωτικά προϊόντα (68%), ώστε να καταφέρει να αντεπεξέλθει στις δύσκολες οικονομικές συγκυρίες. Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί, πως το ποσοστό των Ελλήνων που λαμβάνει τα συγκεκριμένα μέτρα είναι αρκετά υψηλότερο από το αντίστοιχο ευρωπαϊκό.

Ταυτότητα της έρευνας

Η παγκόσμια, διαδικτυακή έρευνα της Nielsen για τη μέτρηση της Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης διεξήχθη από 23 Νοεμβρίου έως 9 Δεκεμβρίου 2011 σε 56 διαφορετικές χώρες, όπου συμμετείχαν πάνω από 31.000 καταναλωτές της Ευρώπης, της Ασίας, της Ωκεανίας, της Αμερικής και της Μέσης Ανατολής. Ο δείκτης Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης αποτυπώνει την γνώμη των καταναλωτών για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση, τις ανησυχίες τους, αλλά και τις προθέσεις τους για το μέλλον.


Πηγή: advertising.gr

12 Μαρ 2012

Σταθερά ανοδικό προϊόν το ποδόσφαιρο

Αύξηση της τάξης του 3% παρουσιάζουν τα έσοδα των κορυφαίων ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών συλλόγων, σύμφωνα με τη μελέτη Football Money League της Deloitte.
Οι ομάδες που συμπεριλαμβάνονται στο Football Money League, έχουν επιτύχει διπλάσιο ρυθμό ανάπτυξης σε σχέση με τις οικονομίες των κρατών από τις οποίες προέρχονται (που παρουσίασαν κατά μέσο όρο ανάπτυξη της τάξης του 1,7% το 2010 και 1,3% το 2011).

Οι 20 πρώτες ομάδες της κατάταξης, παρουσίασαν έσοδα 4,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, κατά τη διάρκεια του 2010/2011 και τώρα αντιπροσωπεύουν πάνω από το ¼ των εσόδων της Ευρωπαϊκής αγοράς ποδοσφαίρου. Εννέα από τις 20 κορυφαίες ομάδες κατέγραψαν διψήφιο ρυθμό ανάπτυξης. 

Ο Dan Jones, Partner στο Sports Business Group της Deloitte, σχολίασε σχετικά: «Η συνεχής ανάπτυξη των 20 πρώτων ομάδων κατά τη διάρκεια του 2010/2011 αποδεικνύει τη δύναμη των κορυφαίων ποδοσφαιρικών ομάδων, ειδικά σε αυτούς τους οικονομικά δύσκολους καιρούς. Ενώ ο ρυθμός αύξησης των εσόδων μειώθηκε από 8% το 2009/10 σε 3% το 2010/11, η ευρεία και πιστή βάση οπαδών, η δυνατότητά των συλλόγων να προσελκύουν μεγάλα ραδιοτηλεοπτικά κοινά και το γεγονός ότι εξακολουθούν να ελκύουν επιχειρηματικούς εταίρους, κατέστησε τις ομάδες σχετικά ανθεκτικές στην οικονομική ύφεση».
 
Για τέταρτη συνεχή χρονιά, οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι που βρίσκονται στις πρώτες έξι θέσεις του Money League της Deloitte –Ρεάλ Μαδρίτης, Μπαρτσελόνα, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Μπάγερν Μονάχου, Άρσεναλ και Τσέλσι- παρέμειναν αμετάβλητοι. Συγκεκριμένα, η Ρεάλ Μαδρίτης κατακτά για έβδομο συνεχές έτος την πρώτη θέση και έτσι βρίσκεται μόνο μια χρονιά μακριά από την ισοφάριση του ρεκόρ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, η οποία κατείχε την πρώτη θέση κατά τα πρώτα 8 χρόνια του Football Money League. Τη Ρεάλ ακολουθεί με μικρή απόσταση η Μπαρτσελόνα, της οποίας, η άνοδος των εσόδων κατά 13% το 2010/11, σημαίνει ότι τα έσοδά της ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 450 εκατομμύρια ευρώ. Η αποτυχία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ να προκριθεί στη knock-out φάση του Champions League το 2011/12, αναμένεται να διευρύνει την απόστασή που τη χωρίζει από τους ισπανικούς συλλόγους, πάνω από 100 εκατομμύρια ευρώ.

Από την πλευρά του, ο Μάνος Πηλείδης, Senior Partner της Deloitte στην Ελλάδα σχολίασε: «Οι φετινές αλλαγές καταδεικνύουν τη σημαντικότητα του Champions League στα οικονομικά των ομάδων. Η Σάλκε και η Τότεναμ είχαν καλές παρουσίες σε αυτή τη διοργάνωση γεγονός που οδήγησε σε αύξηση των εσόδων τους σε αντίθεση με τη Λίβερπουλ, της οποίας η απουσία είχε αρνητικό αντίκτυπο στα έσοδα της ομάδας. Οι ελληνικοί σύλλογοι συνεχίζουν να είναι πολύ μακριά από την είσοδο τους σε αυτή την κατάταξη. Τα έσοδα των μεγάλων ελληνικών συλλόγων κατά το 2010/11, κυμαίνονται μεταξύ 35 εκατ. - 50 εκατ. ευρώ, που και αυτά εξαρτώνται σημαντικά και μεταβάλλονται από τη συμμετοχή και την πορεία τους στο Champions League, ενώ αυτή τη στιγμή η ομάδα που βρίσκεται στην 20η θέση έχει έσοδα 114 εκατ. ευρώ. Ενδιαφέρον είναι, ότι η Μπενφίκα, που προέρχεται από χώρα πληθυσμιακά συγκρίσιμη με την Ελλάδα, έχει έσοδα 102 εκατ. ευρώ (στην 21η θέση) και είναι η μόνη ομάδα στους πρώτους τριάντα που αγωνίζεται εκτός των μεγάλων πέντε πρωταθλημάτων».

Για ακόμα μια φορά, οι κορυφαίες 20 θέσεις του Money League καταλαμβάνονται από ομάδες των «μεγάλων πέντε» Ευρωπαϊκών Πρωταθλημάτων, έξι από τις οποίες προέρχονται από την αγγλική Premier League.

Επιπλέον, σύμφωνα με τη μελέτη, στα έσοδα από εισιτήρια προηγείται η Ρεάλ (123 εκατ. ευρώ), ακολουθούμενη από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (120 εκατ. ευρώ) και τη Μαρτσελόνα (110 εκατ. ευρώ), στα έσοδα από αναμεταδόσεις η Μπαρτσελόνα (183,7 εκατ. ευρώ), η Ρεάλ (183,5 εκατ. ευρώ) και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (132,3 εκατ. ευρώ), ενώ στα εμπορικά έσοδα, την πρώτη θέση κατέχει η Μπάγερν (177,7 εκατ. ευρώ) κι έπονται η Ρεάλ (172,4 εκατ. ευρώ) και η Μπαρτσελόνα (156,3 εκατ. ευρώ).


Πηγή: advertising.gr

20 Φεβ 2012

Focus: «Η κατανάλωση Μέσων στην Ελλάδα»

Μπορεί οι κυκλοφοριακές επιδόσεις των εφημερίδων και των περιοδικών να βρίσκονται σε ύφεση, ωστόσο η αναγνωσιμότητά τους βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα.
Η ανάγνωση εφημερίδας αποτελεί ισχυρή συνήθεια μιας και 1 στους 2 διαβάζει τουλάχιστον μία εφημερίδα (3.462.000 άτομα). Μπορεί το 59% των ατόμων 45-54 ετών ή το 54,6% των ατόμων ηλικίας 35-44 ετών να διαβάζει  φανατικά εφημερίδα, όμως το ποσοστό πέφτει στο 49,5% για τους νέους 18-24 ετών (1 στους 2) και να κατρακυλάει στο 38% για τους νεαρότερους ηλικίας 13-17 ετών. Πιο φανατικοί οι κάτοικοι της Αττικής (70% ή 2.049.000 άτομα) ενώ το ποσοστό συρρικνώνεται στο 47,2% για τους Θεσσαλονικείς (393.000 άτομα) και τους κατοίκους της περιφέρειας (35,7% ή 1.020.000 αναγνώστες). Από πλευράς μόρφωσης το 66,4%, δηλαδή 1.489.000 πτυχιούχοι ή κάτοχοι μεταπτυχιακού διαβάζουν καθημερινά εφημερίδα.
Από τη δεξαμενή των μεσαίας μόρφωσης, μόλις το 54% (1.132.000) διαβάζει εφημερίδα ενώ το ποσοστό ολισθαίνει στο 36,2% (840.000) για τα άτομα κατώτερης ή κατώτατης μόρφωσης. Τα Κυριακάτικα  φύλλα αποτελούν ένα «ελκυστικό πακέτο», λόγω ενθέτων/προσφορών, τα Σαββατιάτικα, μία εμπλουτισμένη εκδοχή καθημερινού φύλλου, ενώ τα free press συν τοις άλλοις και σημείο αναφοράς για όσους αναγνώστες ενδιαφέρονται για τα διαφημιστικά έντυπα. Τα Κυριακάτικα διαβάζουν  2.714.000 αναγνώστες, τις Σαββατιάτικες εφημερίδες 1.310.000, τις ημερήσιες πολιτικές 914.000, τις αθλητικές 510.000 και τις οικονομικές 114.000.

Ποιους προτιμούν…

Πρώτο στα Κυριακάτικα έρχεται το «Βήμα της Κυριακής» με 672.000 αναγνώστες, ενώ έπονται η «Καθημερινή» με 650.000, το «Πρώτο Θέμα» με 631.000 και το «Εθνος της Κυριακής» με 598.000. Στις Σαββατιάτικες προηγούνται τα «Νέα Σαββατοκύριακου» με 284.000 αναγνώστες, έπεται η «Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία» με 194.000 και ακολουθεί το «Εθνος» με 163.000. Στις ημερήσιες πολιτικές προηγούνται τα «Νέα» με 142.000 αναγνώστες, ενώ έπεται το «Εθνος» με 131.000 αναγνώστες.
Στα ένθετα και στο Κυριακάτικο Βήμα το Gourmet διαβάζουν 610.000 αναγνώστες, το Βήμαdona 567.000, το ΒΗΜαgazino 519.000. Στο Έθνος το Αρμονία 272.000 και το Car and Driver 259.000 αναγνώστες. Στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία το Gourmet 499.000,αναγνώστες το Έψιλον 384.000, το W/E 215.000, το «7» 167.000, και τη Βιβλιοθήκη 106.000 αναγνώστες. Στην Καθημερινή τον Γαστρονόμο 627.000 αναγνώστες, το Maison 471.000, τη Γυναίκα 396.000, το Κ 355.000, το GK 216.000. Τον Ταχυδρόμο στα Νέα διαβάζουν 199.000 άτομα. Το Bazaar στη Real 502.000 και τις Ιδέες και Λύσεις για το Σπίτι 444.000. Το Big Fish στο Θέμα 453.000 αναγνώστες.

Δυναμικό κοινό οι Γυναίκες

Στα περιοδικά περιπτέρου και στους γυναικείους τίτλους 1 στις 2 γυναίκες επιμένουν να διαβάζουν τουλάχιστον ένα περιοδικό το μήνα (1.444.000 αναγνώστριες) με το ELLE να προηγείται με 547.000 αναγνώστριες. Ακολουθούν το Cosmopolitan με 477.000, το Marie Claire με 456.000, το Madame Figaro με 446.000, το Glamour με 416.000, το Vogue με 411.000, το Mirror με 363.000, το Life & Style με 290.000, το Instyle με 238.000 κ.ά. Τα περιοδικά Υγείας διαβάζουν 586.000 άτομα: το Forma 330.000, το Vita 293.000, το Shape 281.000 και το Prevention 180.000. Τα εβδομαδιαία διαβάζουν 492.000 αναγνώστες: Το Hello 267.000, το OK 241.000, τo Down Town 163.000, το People 140.000 και το Αθηνόραμα 124.000. Τα περιοδικά για γονείς διαβάζουν 305.000 άτομα: Το Παιδί και Νέοι γονείς 205.000 αναγνώστες, το Mommy 147.000 και το Parents 65.000. Τα περιοδικά διακόσμησης 427.000 αναγνώστες (Οικία και διακόσμηση 305.000, Maison Madame Figaro 169.000), τα ανδρικά 523.000 (Nitro 233.000, Mens Health 210.000, Status 158.000, Playboy 120.000), οι τίτλοι αυτοκινήτου διαθέτουν 564.000 αναγνώστες (4 τροχοί 334.000, Auto Τρίτη 190.000, Car 183.000, Auto Bild 82.000, Evo 53.000) και τα τηλεπεριοδικά 1.325.000 άτομα (Τηλεθεατής 525.000, 7 Μέρες TV 512.000, TV Ζάπινγκ 340.000, Τηλέραμα 275.000, Τηλεκοντρόλ 109.000).

Τηλεόραση & ραδιόφωνο

Τηλεόραση παρακολουθούν οι πάντες με ρεκόρ τηλεθέασης το 2011 τις 4 ώρες και 33' την ημέρα έναντι 4 ωρών και 28΄ το 2010. Το Διαδίκτυο έχει έρεισμα στο 60% της κοινωνίας, στο 90% του νεαρόκοσμου (13-24 ετών) και στο 71% των κατοίκων της επαρχίας. Σύμφωνα με την έρευνα, «πάνω από 4 στους 6 κατοίκους Αττικής και Θεσσαλονίκης είναι καθημερινοί ακροατές Ραδιοφώνου ενώ ο σκληρός πυρήνας είναι άνδρες ηλικίας 13-54 ετών. Στους ενημερωτικούς, προηγείται ο ΣΚΑΙ με 389.000 ακροατές ενώ έπονται ο Real FM με 380.000 και ο Flash με 115.000. Στους αθλητικούς διακρίνονται ο Nova ΣΠΟΡ με 236.000 και ο Σέντρα FM με 94.000 ακροατές. Ελληνική μουσική προτιμούν να ακούν στο Μελωδία 263.000 άτομα, στο Ρυθμό 241.000 στο Δίεση 228.000 και ξένη μουσική στον Red FM (211.000),στον Kiss FM (207.000) και στον Athens Dee Jay (204.000).

Πηγή: advertising.gr

7 Φεβ 2012

Επιχειρήσεις: Δεν αξιοποιούν τα social media

Την παρουσία τους στις δημοφιλείς πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης (social media), όπως είναι το Facebook και το Twitter, έχουν αρχίσει να ενισχύουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, παρ' όλα αυτά, ακόμη, όμως, δεν έχουν αρχίσει να εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες των συγκεκριμένων καναλιών.

Σύμφωνα με μελέτη που ολοκλήρωσε πρόσφατα η Advocate/Burson - Marsteller, η οποία εξέτασε για δεύτερη συνεχή χρονιά τη σχέση που έχουν τα μέλη του Συνδέσμου Διαφημιζομένων Ελλάδας με τα social media, το 53% των επιχειρήσεων έχει πλέον παρουσία σε μία τουλάχιστον από τις τέσσερεις δημοφιλέστερες πλατφόρμες Social Media στην Ελλάδα, το Facebook, το Twitter, το YouTube και τα εταιρικά blogs. Σε σχέση με τα αντίστοιχα μεγέθη του 2010 πρόκειται για μία αύξηση της τάξης του 20%.
Οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν κυρίως την πλατφόρμα του Facebook, αλλά όχι σε σημαντικό βαθμό εμπλοκής. Με βάση τη μελέτη, προκύπτει ότι η παρουσία των εμπορικών σημάτων (brands) στα κοινωνικά δίκτυα αυξήθηκε κατά 51% σε σχέση με το 2010, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι στο σύνολο των σελίδων το μεγαλύτερο ποσοστό ψηφιακής εκπροσώπησης έχουν τα brands και όχι τα εταιρικά προφίλ.
Δεν απαντούν
Παρά την έκρηξη του αριθμού των χρηστών υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης στην Ελλάδα, φαίνεται πως οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν χρησιμοποιούν τα συγκεκριμένα κανάλια για να ανοίξουν διάλογο με τους καταναλωτές και να ενισχύσουν τις υπηρεσίες εξυπηρέτησης (customer service), αφού μόλις το 30% των εταιρειών που χρησιμοποιούν το Facebook και το 18% των εταιρειών που χρησιμοποιούν το Twitter απαντούν στους χρήστες. Αντιθέτως, όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς της μελέτης, διακρίνεται μία επιφανειακή αντιμετώπιση, η οποία περιορίζεται σε μονόδρομη επικοινωνία στο πρότυπο της παραδοσιακής συμβατικής διαφήμισης.
Στη σχετική ανακοίνωση της Advocate/Burson - Marsteller, τονίζεται πως οι υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης ήδη παρέχουν πολλές επιπλέον δυνατότητες οι οποίες φαίνεται να μην αξιοποιούνται, καθώς η δραστηριότητα των χρηστών έχει αυξηθεί κατακόρυφα αλλά οι ελληνικές εταιρείες δείχνουν να μην ανταποκρίνονται, για την ώρα τουλάχιστον, σε αυτό τον ταχύ ρυθμό.

Πηγή: imerisia.gr